- Φίλε μου, αδερφέ μου, θέλω μόνο μια χάρη από σένα. - Τί θες να κάνω; - Θέλω να πας στον παπά και να τον καθυστερήσεις να πάει στο σπίτι του. - Γιατί ρε φίλε; Τί τρέχει;
Ένα Αλβανάκι, ο Αλία, ήρθε στην Ελλάδα με τους γονείς του και το έστειλαν σχολείο. Την πρώτη μέρα ρωτάει η δασκάλα τα παιδάκια: -Εσένα πώς σε λένε; -Ελενίτσα. -Και εσένα; -Κωστάκη. Ήρθε και η σειρά του μικρού Αλία:
Ο Γιαννάκης επιστρέφει από το σχολείο με το αριστερό μάτι μαυρισμένο. -Τι έπαθες παιδί μου; τον ρωτάει ανήσυχος ο πατέρας του. -Να μπαμπά, σήμερα πήγαμε στην εκκλησία. Η δασκάλα μου στεκόταν
Βρέθηκαν μια μέρα στη Κόλαση ένας Έλληνας , ένας Αμερικανός και ένας Ινδός. Τους συναντάει ο Διάβολος και τους λέει. Σε όλους που έρχονται εδώ δίνω μία ευκαιρία να μεταφερθούν στο Παράδεισο. Και βγάζει ένα τεράστιο μαστίγιο λέγοντας :
Πλησίαζαν τα γενέθλιά του Δημητράκη και σκέφτηκε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να πει στη μαμά του τι δώρο ήθελε. - Μαμά, είπε ο μικρός Δημητράκης, θέλω ένα ποδήλατο για τα γενέθλιά μου. (Ο μικρός Δημητράκης ήταν ένας μεγάλος φασαρτζής. Και στο σχολείο και στο σπίτι όλο μπελάδες δημιουργούσε.)